Το θρυλικό καΐκι «ΣΕΙΡΗΝ»

Πατριδογνωσία

Μια αυθεντική μαρτυρία για την μεταφορά οπλισμού της ΕΟΚΑ

Στις 7 Μαρτίου 1953 στο σπίτι του καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεράσιμου Κονιδάρη, στην οδό Ασκληπιού αρ. 46Β στον Γ’ όροφο, μια ολιγομελής ομάδα Ελλαδιτών και Κυπρίων οραματιστών ορκίζονται στο όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος να αγωνιστούν για απελευθέρωση της Κύπρου και την Ένωση της με την μητέρα Ελλάδα.

Μέλη της ομάδας αυτής ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος  ο Γ’, ο εν αποστρατεία συνταγματάρχης Γεώργιος Γρίβας, οι αδελφοί Κύπριοι δικηγόροι Σάββας και Σωκράτης Λοιζίδης από το Δίκωμο και άλλοι διακεκριμένοι Ελλαδίτες πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, δικηγόροι και πρώην στρατιωτικοί. Σκοπός της επιτροπής ήταν να προετοιμάσει ένοπλο αγώνα  στην Κύπρο εναντίον των Άγγλων αποικιοκρατών, η προώθηση οπλισμού και προσώπων που θα αγωνίζονταν για τον σκοπό αυτό από την Ελλάδα στην Κύπρο και ο εντοπισμός καταλλήλων προσώπων με θέσεις κλειδιά στα λιμάνια, στον στρατό, την αστυνομία, διατεθειμένων να βοηθήσουν στον απελευθερωτικό αγώνα των Κυπρίων.

Με το καΐκι «ΣΕΙΡΗΝ»

Μέρος του οπλισμού που προωθήθηκε στην Κύπρο,  είναι αυτός που είχε κρυμμένο  ο συνταγματάρχης Γεώργιος Γρίβας από την περίοδο της κατοχής και της οργάνωσης «Χ» .  Για αρκετά χρόνια μετά την λήξη του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα, παραδίδοντο στους διαφόρους σταθμούς της Χωροφυλακής και της Αστυνομίας όπλα από πολίτες που ήταν αναμεμιγμένοι στην εμφύλια διαμάχη. Τα όπλα αυτά, άτομα  μυημένα στον αγώνα της Κύπρου μέσα στην αστυνομία και την χωροφυλακή τα έκαναν διαλογή . Ο πλοίαρχος του εμπορικού Ναυτικού Νικόλας Σταμπολής , Διευθυντής Θαλασσίων Κρατικών Μεταφορών στο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας, ο οποίος είχε την ευθύνη συντονισμού μεταφοράς οπλισμού και πυρομαχικών, είχε εξασφαλίσει καΐκι για τον σκοπό αυτό. Ήταν το καΐκι «ΣΕΙΡΗΝ» με ιδιοκτήτη τον Δημήτρη Καραντζή από τα Βελανίδια Λακωνίας, που κατοικούσε τότε στο Κερατσίνι. 

Ο Σταμπολής αναλαμβάνει επίσης να βρει καπετάνιο και πλησιάζει τον καπετάν Βαγγέλη Λουκά Κουταλιανό από την Σαλαμίνα , ο οποίος με την πλούσια δράση που είχε στην εθνική αντίσταση με τους Γερμανούς δεν ήταν δυνατό να αρνηθεί.   Μηχανικός για την επικίνδυνη αποστολή επιλέγηκε ο Ματθαίος Δουράμπεης από το νησί Ιος ενώ το υπόλοιπο  πλήρωμα του σκάφους συμπληρώθηκε με τους Ηρακλή Δράκο  από τα Βελανίδια, Σπύρο Κουτσονικολή  από την Καστανιά και τον υιό  του ιδιοκτήτη Γιάννη  Καραντζή, καταγόμενοι όλοι από την περιοχή του ακρωτηρίου Μαλέας Πελοποννήσου.

Οπλισμός και πυρομαχικά μεταφέρονται από τις αποθήκες φύλαξης και φορτώνονται σε φορτηγό του Λιμεναρχείου που κατευθύνεται στο Σούνιο. Ταυτόχρονα το καΐκι «ΣΕΙΡΗΝ» ξεκίνησε από τον Πειραιά προς το Σούνιο δήθεν για ψάρεμα βάζοντας πάγο στο ψυγείο του για δήθεν διατήρηση  των ψαριών.  Σημείο συνάντησης ορίστηκε ένας μικρός ορμίσκος στην  Αγία Μαρίνα κοντά στο Σούνιο.

Η μαρτυρία του Γιάννη  Καραντζή

Ο μοναδικός επιζών σήμερα από το πλήρωμα του  «ΣΕΙΡΗΝ» 20χρονος τότε Γιάννης Καραντζής, υιός του ιδιοκτήτη του πλοιαρίου, που οικειοθελώς προσφέρθηκε να γίνει μέλος του πληρώματος κατέγραψε το ιστορικό της επικίνδυνης εκείνης αποστολής. Την αυθεντική μαρτυρία του που κατέχω παραθέτω αυτούσια.

« Ένα μικρό αλιευτικό καΐκι στο διάβα της ζωής του, δημιουργήθηκαν πάμπολλες καταστάσεις οι οποίες καθρεφτίζουν την  περιπετειώδη διαδρομή του. Εγώ που γράφω τις λίγες γραμμές για την ιστορία του προσφέρω ελάχιστο φόρο τιμής σε αυτό το «Άγιο ξύλο» που τώρα αναπαύεται στα ιερά χώματα της Κύπρου.

Το αγαπούσα πολύ αυτό το σκαρί. Ήταν για μένα τον  νεαρό τότε μαθητή, η αδυναμία μου και πάντα δεν έχανα την ευκαιρία να είμαι κοντά του και να το φροντίζω. Ιδίως τα καλοκαίρια που σταματούσαν οι ανεμότρατες το πηγαίναμε στον Πειραιά και εκεί κάναμε όλες τις εργασίες συντήρησης. Ναυπηγήθηκε στους Ταρσανάδες του Περάματος το 1939 πριν από την κήρυξη του πολέμου το 1940 από τον καλύτερο ναυπηγό της τότε εποχής τον  Ψαρό.

Βαφτίστηκε «ΣΕΙΡΗΝΑ» και ξεκίνησε τα αλιευτικά του ταξίδια για να προσφέρει δουλειά και εισόδημα στο πλήρωμα και τον κυβερνήτη της τον καπετάν – Μήτσο, τον πατέρα μου. Ωραίο σκαρί, γερό σκαρί που ξαφνικά και απρόσμενα άλλαξε η ρώτα του. Άλλαξε ο προορισμός του και στον πόλεμο του 1940 έγινε «Δούρειος Ίππος» για δεκάδες αγωνιστές πατριώτες που ήθελαν να πάνε στην Κρήτη για να συνεχίσουν τους αγώνες τους.  Σαν στοργική μάνα, άνοιγε την αγκαλιά του και αυτούς τους θαρραλέους Έλληνες τους μετέφερε στην  Κρήτη με ορμητήριο τον Κάβο Μαλέα της Πελοπονήσου αφού προηγουμένως δεχόντουσαν την  ζεστή φιλοξενία του πατέρα μου στο σπίτι μας στο χωριό Βελανίδια δίπλα στο Κάβο Μαλέα. Η αγωνιστική του διαδρομή συνεχίζεται με την συμμετοχή του στον απελευθερωτικό αγώνα της Κύπρου.

Το δίλημμα του πατέρα

Ήταν αρχές του 1954, Σάββατο βράδυ. Έβλεπα την μάνα μου ανήσυχη να πηγαινοέρχεται σε όλα τα δωμάτια του σπιτιού μας στον Πειραιά. Κάποια στιγμή την ρώτησα «ρε μάνα τι τρέχει;» . Εκείνη αρχικά δεν ήθελε να μου πει.  Όμως μετά από επιμονή και πίεση αναγκάστηκε να μου πει τι συμβαίνει. «Κάποιος φίλος του πατέρα σου από τον στρατό, του πρότεινε να παραχωρήσει το «ΣΕΙΡΗΝΑ» για να βοηθήσει με την συμμετοχή του στον αγώνα για ελευθερία της Κύπρου». Το δίλημμα ήταν μεγάλο. Για τον πατέρα μου το «ΣΕΙΡΗΝΑ» ήταν  ο μοναδικός πόρος ζωής της οικογένειας του.

Ήταν αναποφάσιστος. Μα αυτό δεν κράτησε πολύ. Τα Ελληνικά πατριωτικά του συναισθήματα και συγχρόνως ο  δικός μου νεανικός ενθουσιασμός και η δήλωση μου ότι θα συμμετέχω και εγώ σαν πλήρωμα τον έπεισαν να δώσει καταφατική απάντηση, να πει ΝΑΙ στην πρόταση αυτή.

Αυτό που θυμάμαι καλά είναι ότι ένα απόγευμα με είχε πάρει μαζί του στον Πειραιά στο Μέγαρο «ΒΑΤΗ» όπου εκεί είχε συνάντηση και πολύωρη συνομιλία με κάποιο πλωτάρχη ονόματι Σταμπολή . Δεν ήμουν μπροστά κατά την διάρκεια της συνομιλίας τους, ούτε ξέρω τι είπαν, όμως το ταξίδι στην Κύπρο θα πραγματοποιείτο.

Ήταν απόγευμα όταν μετά από ένα αλιευτικό ταξίδι που είχε το «ΣΕΙΡΗΝΑ» ξεκινήσαμε από το λιμάνι του Πειραιά έχοντας μαζί μας εκτός από το δικό μας πλήρωμα , ένα καπετάνιο που ονομαζόταν Βαγγέλης και ένα μηχανικό με το όνομα  Ματθαίος που μας έστειλαν οι κυβερνητικοί. 

Υπήρχε φως στις καρδιές μας

Θυμούμαι χαρακτηριστικά όταν έξω από το λιμάνι του Πειραιά είμαστε έτοιμοι να ξεκινήσουμε, μου έπεσε και έσπασε ένα μπουκάλι κονιάκ, ο καπετάν Βαγγέλης μου είπε: «Πέτα το Γιάννη να μην το δει το πλήρωμα  γιατί θα το θεωρήσει γρουσουζιά». Πριν νυχτώσει φτάσαμε σε κάποιο ορμίσκο  κοντά στην «Αγία Μαρίνα» στο Σούνιο. Εκεί ένα όχημα που φαινόταν στρατιωτικό , πρέπει να ήταν ΤΖΕΙΜΣ γεμάτο όπλα και πολεμοφόδια μας περίμενε. Ήταν πυκνό σκοτάδι, χωρίς φεγγάρι, χωρίς ένα αστέρι στον ουρανό. Μα υπήρχε φως στις καρδιές μας, θάρρος και τόλμη.

Ρίξαμε την βάρκα  και αφού φτάσαμε σε μια βραχώδη περιοχή , βγήκαμε έξω και αρχίσαμε να μεταφέρουμε το φορτίο από το φορτηγό στο καΐκι. Ήμουν ξυπόλυτος και είχαν ματώσει τα πόδια μου από τα μυτερά  βράχια. Συνεχίσαμε για πολλή ώρα την μεταφορά μέχρι που βάλαμε όλα τα κιβώτια στο εσωτερικό μέρος του ψυγείου και τα καλύψαμε με κολώνες πάγου. Χωρίς διάλειμμα, χωρίς ανάσα ξεκινήσαμε με τις καρδιές μας πλημμυρισμένες από αγωνιστικό πνεύμα για να φτάσουμε στο τέλος της αποστολής μας

Μετά από ολονύκτιο ταξίδι και μόλις άρχισε να χαράζει αγκυροβολήσαμε για λίγες ώρες στην Σύρο. Εκεί δημιουργήθηκε κάποιο θέμα με μερικούς από το πλήρωμα και το Λιμεναρχείο . Δεν θυμούμαι τι ακριβώς , όμως με την επέμβαση του Καπετάν Βαγγέλη δόθηκε λύση και έτσι συνεχίσαμε το ταξίδι μας προς την Κύπρο.

Μετά από πολλές ώρες  φτάσαμε στην πανέμορφη  νήσο Σύμη. Ελλιμενισθήκαμε  κάτω ακριβώς από το μοναστήρι ΠΑΝΟΡΜΙΤΗΣ . Ήταν απόγευμα, καλός καιρός. Ρίξαμε την βάρκα και μαζί με τον Καπετάν Βαγγέλη και τον μηχανικό βγήκαμε έξω  όπου μας δέχθηκε ο Ηγούμενος της Μονής προσφέροντας μας φαγητό και καλό κρασί. Ζεστή φιλοξενία μέχρι την επόμενη που ξεκινήσαμε με προορισμό το Καστελόριζο.

Φτάσαμε νύκτα, με πολλές προφυλάξεις προσπαθούσαμε να εισέλθουμε αποφεύγοντας τα πολλά μικρά επικίνδυνα  νησάκια που βρίσκονται μπροστά από το λιμάνι. Μείναμε έτσι ελλιμενισμένοι εκεί αναμένοντας και κάποια στιγμή ο καπετάν Βαγγέλης είπε «Γιάννη, έφτασε η κατάλληλη ώρα. Το βράδυ αναχωρούμε  για την Κύπρο».

Φτάσαμε στην Κύπρο πριν χαράξει…

Με πίστη για το αποτέλεσμα και την εκπλήρωση του σκοπού μας αφήσαμε πίσω μας το όμορφο Καστελόριζο και ξεκινήσαμε με την καρδιά μας στραμμένη στην Μεγαλόνησο . Όλο το βράδυ ήμουν στο τιμόνι. Η «ΣΕΙΡΗΝΑ» έπλεε σιγά σιγά και σταθερά.  Έπλεε για τον προορισμό που την έταξε η Ελλάδα. Πριν ακόμα χαράξει είδαμε από μακριά να απλώνεται υπερήφανα η Κύπρος. Τότε κάναμε τραβεσέρισμα για να πάμε έτσι σιγά σιγά μέχρι το βράδυ στο σημείο που μας περίμεναν οι αγωνιστές.

Σουρούπωνε όταν φτάσαμε πολύ κοντά στην Μεγαλόνησο. Δίπλα από την αριστερή μεριά του λιμανιού της Πάφου και όπως είχαμε αγκυροβολήσει στα δεξιά μας έβλεπα την μπούκα του λιμανιού και το φανάρι. Εκεί είχε ορισθεί και το σημείο συνάντησης θεωρούμενο σαν το πιο ασφαλές μέρος . Με καρδιές σφιγμένες από ένταση και αγωνία περιμέναμε και περιμέναμε.  Ώσπου από την στεριά άρχισε να αναβοσβήνει το σινιάλο της συνάντησης. Ρίξαμε την βάρκα στην θάλασσα και κωπηλατώντας με προσοχή έφτασα στην στεριά.

«Γεια σας αδέλφια»

Τότε μερικοί αγωνιστές πετάχτηκαν μπροστά μας. Αγκαλιαστήκαμε και ανταλλάξαμε την φράση, «Γεια σας αδέλφια». Με συγκίνηση κοιταζόμασταν στα μάτια  και αμέσως χωρίς καθυστέρηση ένας ήλθε μαζί μου στο «ΣΕΙΡΗΝΑ» για να έλθει σε επαφή με τον καπετάν Βαγγέλη και μετά όλοι μαζί αρχίσαμε να φορτώνουμε τα όπλα στην  βάρκα. Φεύγοντας από το καΐκι πήρα μαζί μου και τον μούτσο και τον έβαλα στα κουπιά. Εγώ κάθισα μπροστά στην πλώρη της βάρκας για παν ενδεχόμενο διότι είχα αντιληφθεί ότι υπήρχε κάποια ξέρα μπροστά μας και έπρεπε να προσέχω πολύ καλά να μην τρακάρουμε. Δυστυχώς έτσι και έγινε. Σε μια στιγμή η βάρκα κάθισε πάνω στην ξέρα έτοιμη να μπατάρει και τα όπλα να πέσουν στην θάλασσα. Αμέσως πήδησα πάνω στην ξέρα και κράτησα με τα δυό μου χέρια την βάρκα και αβαράροντας την ξεκόλλησα και έτσι εσώθη η πρώτη βαρκάδα.  Κάναμε αρκετές βαρκάδες μέχρι που ολοκληρώθηκε  η μεταφορά του φορτίου.

Προβλήματα στην Ρόδο

Η επιστροφή ήταν άμεση.  Καστελόριζο και μετά Ρόδο. Κάποιες κουβέντες που ξέφυγαν από το πλήρωμα δημιούργησαν προβλήματα με το λιμεναρχείο της Ρόδου, αλλά κατόπιν επεμβάσεως του αρμοδίου υπουργείου, ελεύθεροι συνεχίσαμε το ταξίδι της επιστροφής. Παρόμοια προβλήματα και δυσκολίες ανέκυψαν και στο κεντρικό Λιμεναρχείο του Πειραιά, οι οποίες ευτυχώς ελύθησαν με την επέμβαση των αρμοδίων.

Η αγωνιστική προσφορά της «ΣΕΙΡΗΝΑΣ» δεν σταμάτησε όμως εδώ. Πραγματοποίησε και δεύτερο  ταξίδι στην Κύπρο και σε αυτό είχε την υπέρτατη τιμή να μεταφέρει με εθνική υπερηφάνεια, τον αγωνιστή Έλληνα ΔΙΓΕΝΗ.  Όπως έμαθα αργότερα έκανε και τρίτο δρομολόγιο αλλά δεν κατάφερε να παραδώσει το φορτίο που πετάχτηκε στην θάλασσα.

Η θέση που της αξίζει

«ΣΕΙΡΗΝΑ» μια μούσα της θάλασσας. Ένας κάτασπρος γλάρος. Ένα μικρό καΐκι με μεγάλη και σημαντική διαδρομή. Μια ακόμα σελίδα στην ιστορία της απελευθέρωσης της Κύπρου. «ΣΕΙΡΗΝΑ» ένα ψαροκάικο που τώρα αγκαλιάζει μεγαλόπρεπα τα ιερά χώματα της Μεγαλονήσου ανάμεσα στα παιδιά της. Είναι η τιμητική θέση που της δώσανε. Η θέση που της ανήκει.»

Ο  οπλισμός και τα πυρομαχικά που μετέφερε το «ΣΕΙΡΗΝ» παραδόθηκαν στις 5 Μαρτίου 1954 στην ακτή «ΒΡΕΞΗ» του χωριού Χλώρακα στην Πάφο. Οι αγωνιστές που τα παράλαβαν ήσαν οι Κώστας Λεωνίδα (Παπακώστας), Ανδρέας Αζίνας, Νικόλας Αζίνας και Χαράλαμπος Αζίνας. Είχαν αποθηκευτεί προσωρινά λίγα μέτρα από την ακτή σε υποστατικό μηχανής άντλησης νερού μέσα στον ποταμό της «ΒΡΕΞΗΣ» που ανήκε στον αδελφό του Κώστα Λεωνίδα,τον Γεώργιο.

Μέχρι να φτάσει ο ΔΙΓΕΝΗΣ

Τα επόμενα βράδια ο άλλος  αδελφός του Κώστα, ο  Νικόλας έσκαψε τα χωμάτινο πάτωμα αγροικίας του γνωστή σαν «σπίτι του Κούκουρου» όπου μεταφέρθηκε όλος ο οπλισμός που καλύφθηκε με χώμα και κοπριά ζώων. Σε αυτό το σπίτι έμειναν αποθηκευμένα τα όπλα και τα πυρομαχικά μέχρι τον Νοέμβριο του 54 που έφτασε μυστικά στην Χλώρακα ο Γεώργιος Γρίβας – ΔΙΓΕΝΗΣ για να ηγηθεί του ενωτικού απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ. Ο αρχηγός ΔΙΓΕΝΗΣ έδωσε οδηγίες για την διανομή του οπλισμού σε ολόκληρη την Κύπρο και χρησιμοποιήθηκε για την έναρξη του αγώνα την 1η Απριλίου 1955. 


Του Κλεόβουλου Παπακώστα

Υπεύθυνου μουσείου Πλοιαρίου
«ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ» Χλώρακα Πάφος