Υγεία και Οικονομία οι δύο προτεραιότητες

Αρθρογραφία Επικαιρότητα

Η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων συμπατριωτών μας, αγωνιά. Υπάρχει αβεβαιότητα για το πως θα διέλθει της κρίσης και πως θα επιστρέψει στην κανονικότητά της. Η αβεβαιότητα αυτή συνδέεται με τα βασικότερα στοιχεία βιωσιμότητας, την υγεία και το εισόδημα.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι την επόμενη ημέρα τίποτα δε θα αλλάξει, αλλά και τίποτα δε θα είναι το ίδιο. Τι δε θα αλλάξει; Δε θα αλλάξει η ποιότητα του πολιτικού συστήματος. Όπως το αφήσαμε πριν τον Μάρτη έτσι θα επανέλθει και μετά τον Μάιο-Ιούνιο. Δε θα αλλάξει επίσης ούτε και η ποιότητα της κοινωνίας. Όπως σκεφτόταν και λειτουργούσε πριν και από την κρίση αυτή έτσι θα συνεχίσει.

Η κρίση του 2013 μας δίδαξε κάτι: Όσο έντονος και να είναι ο αιφνιδιασμός και το σοκ μιας κρίσης, δεν μπορούν να αλλάξουν τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά του πολιτικού συστήματος και της κοινωνίας. Διότι αυτά παρουσιάζουν έντονα στοιχεία ανθεκτικότητας στη συντηρητική τους διάρθρωση και λειτουργίας.

Τι θα αλλάξει; Τα μέσα και οι δυνατότητες των περισσοτέρων ανθρώπων για να συντηρήσουν την καθημερινότητά τους και να ανταπεξέλθουν στις ανάγκες και τις υποχρεώσεις τους. Οι δυνατότητες βελτίωσης της ζωής των ανθρώπων και η κατάσταση της ευημερίας τους θα δοκιμαστούν για κάποιους και για κάποιους άλλους θα πληγούν.

Μέσα σε αυτή την παραδοξότητα, να μην αλλάζει τίποτε, αλλά τίποτε να μην είναι όπως παλιά, θα πρέπει να σκεφτεί κάποιος τη διαχείριση της επαναφοράς.

Από μια στρατηγική προσέγγιση, πρέπει να τεθούν προτεραιότητες. Διότι οι ανάγκες θα είναι πολλές, αλλά τα μέσα περιορισμένα. Σε αυτό το πλαίσιο, δύο πρέπει να είναι οι προτεραιότητες. Η πρώτη αφορά στην επικέντρωση στα προβλήματα, τα λάθη, τις παραλήψεις, τις αδυναμίες, αλλά και τα καλά στοιχεία που αναδείχθηκαν στο πεδίο της δημόσιας υγείας.

Το σύστημα υγείας στην Κύπρο προσφέρει ένα από τα βασικότερα αγαθά. Με την κρίση αυτή, επιβεβαιώθηκε η πολύ καλή ποιότητα, ο ζήλος και η αυταπάρνηση των γιατρών, του νοσηλευτικού προσωπικού και του άλλου βοηθητικού προσωπικού. Αναδείχθηκαν όμως και πολλές διοικητικές και οργανωτικές αδυναμίες.

Ο τομέας της υγείας θα βρεθεί ξανά σε δοκιμασία. Μπορεί και πολύ σύντομα.

Η δεύτερη προτεραιότητα αφορά την οικονομία. Οι επιδράσεις των περιοριστικών μέτρων που λήφθηκαν για τον έλεγχο της εξάπλωσης του ιού, έχουν ήδη δυσμενείς συνέπειες, οι οποίες μέρα με τη μέρα έχουν πολύ αρνητικές προεκτάσεις. Η οικονομία δε θα επανέλθει εύκολα στην προηγούμενη κατάσταση. Η κρίση μερικών εβδομάδων θα έχει συνέπειες μερικών μηνών ή/και ετών.

Τομείς-πυλώνες της οικονομίας, όπως ο τουρισμός, ο κατασκευαστικός τομέας και οι υπηρεσίες, θα έχουν απώλειες, οι οποίες δεν μπορούν να αποκατασταθούν εύκολα. Η μείωση της οικονομικής δραστηριότητας και η αύξηση της ανεργίας, θα έχουν συσσωρευτικές αρνητικές επιδράσεις στη δημόσια οικονομία και τα δημόσια οικονομικά.

Η κυπριακή οικονομία είναι ήδη ύφεση. Το δημόσιο χρέος αναμένεται να ανέβει στο τέλος του χρόνου πάνω από το 115%. Ο ρυθμός ανάπτυξης θα μετατραπεί από θετικός σε αρνητικός. Το κράτος δε θα μπορεί να εξυπηρετήσει τις χρηματοδοτικές τους ανάγκες και τις αναγκαίες δαπάνες χωρίς δανεισμό. Η ΕΕ θα προσφέρει άμεσα πολύ μικρή βοήθεια (2% του ΑΕΠ για τον τομέα της υγείας) και μεσοπρόθεσμη βοήθεια μέσω του ταμείου ανασυγκρότησης και του Προϋπολογισμού της Ένωσης.

Η κυπριακή οικονομία είναι σε προ-μνημονιακή κατάσταση, υπό την έννοια ότι όλα τα στοιχεία συγκλίνουν προς την κατεύθυνση ενός νέου προγράμματος αναγκαστικής δημοσιονομικής προσαρμογής και διαρθρωτικών αλλαγών. Δεν δόθηκε η απαραίτητη προσοχή στην οικοδόμηση των αναγκαίων αποθεματικών μετά το 2016, αποφασίστηκαν αλόγιστα αυξήσεις σε ανελαστικές δαπάνες και έτσι η κρίση βρήκε την οικονομία πιο εκτεθειμένη από ότι θα μπορούσε να είναι.

Η στήριξη προς τον τομέα της υγείας, τις επιχειρήσεις και τους εργαζομένους θα λειτουργήσουν σαν στοιχείο πυρόσβεσης. Η ανοικοδόμηση θα είναι μια πολύ πιο απαιτητική και μακροχρόνια προσπάθεια.

Ο κίνδυνος μιας νέας κατάστασης χρεοκοπίας είναι ορατός. Γι’ αυτό και η κρίση στην οικονομία θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με προνοητικότητα.

Γιώργος Κέντας, Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής και Διακυβέρνησης, Παν. Λευκωσίας