Δημοτικό τραγούδι και 1821

Μουσική Πατριδογνωσία Πολιτισμός

«Καμιά επανάσταση, ούτε στην τέχνη, ούτε στην ζωή, δεν έχει περισσότερες ελπίδες επιτυχίας, από ΄κείνη που χρησιμοποιεί για ορμητήριό της την παράδοση» Οδυσσέας Ελύτης

Το δημοτικό τραγούδι κατέχει ξεχωριστή θέση στην νεοελληνική πνευματική δημιουργία.  Ήταν το μέσο έκφρασης των πόνων και των καημών, των πόθων και των πολεμικών – ηρωικών κατορθωμάτων ενός ολόκληρου λαού. Βάσει της ταξινόμησης των ελληνικών τραγουδιών που επιχειρεί ο Ν. Πολίτης, ξεχωρίζουν για τη σύνδεσή τους με την ιστορία και την αφηγηματικότητά τους τα επικά τραγούδια.

Σ’ αυτή την κατηγορία των επικών προβάλλουν τα «κλέφτικα», που τραγουδούν την αγωνία του ελληνισμού στα χρόνια της σκλα­βιάς και τα «ιστορικά», που παραθέτουν ιστορικά γεγονότα, αλώσεις πόλεων, μάχες, πολιορκίες και γενναίες πράξεις αγωνιστών. Στον ελληνικό χώρο, το δημοτικό τραγούδι με την ποιητική αρετή του, ως ανάγκη πολιτιστικής φυσιογνωμίας, ως ζήτημα επιβίωσης, λειτούργησε ως αποδει­κτική ζεύξη της ιστορικής συνέχειας του έθνους ανά τους αιώνες και ιδιαίτερα από το αποκαλούμενο ένδοξο ηρωικό παρελθόν της αρχαιότητας.

Ο πρώτος που συγκέντρωσε και μετέφρασε τα δημοτικά μας τραγούδια ήταν ο Θεόδωρος Μανούσης στη Βιέννη το 1814. Ο πρώτος όμως εκδότης τους ήταν ο Γάλλος ρομαντικός Κλόντ Φοριέλ, που εξέδωσε σε δυο τόμους τα δημοτικά τραγούδια που συγκέντρωσε από τους Έλληνες της Ιταλίας και των Επτανήσων. Το 1826 η συλλογή αυτή, που έκανε πάταγο στη Γαλλία, μεταφράστηκε από τον Muller στα γερμανικά. Αργότερα μεταφράστηκε στα αγγλικά, ρωσικά και τα ιταλικά.

Αυτή ήταν η πρώτη προσπάθεια συγκέντρωσης και καταγραφής  των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών. Και μάλιστα κυκλοφόρησε στην Ευρώπη όταν οι Έλληνες έδιναν τον αγώνα τους  κατά των Τούρκων. Οι Ευρωπαίοι φιλέλληνες έβρισκαν τώρα πια επιχειρήματα να υποστηρίξουν  τους αγώνες ενός ευρωπαϊκού έθνους ενάντια στους βάρβαρους Ασιάτες. Όλοι τώρα καταλάβαιναν ότι η Ελλάδα είχε συνέχεια, δεν είχε μόνο αρχαίες περγαμηνές να επιδείξει, αλλά και σύγχρονες, άξιες λόγου και προσοχής.

Χατζημιχαήλ Θεόφιλος – Στο λημέρι του Κατσαντώνη

Ο Γκαίτε, ο οποίος είχε γράψει για το δημοτικό τραγούδι,   «τόσο λαϊκό, αλλά και τόσο δραματικό, τόσο επικό και τόσο λυρικό, που αντίστοιχό του δεν υπάρχει στον κόσμο»,  είπε στους λογίους του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης, το φθινόπωρο του 1815 πως «οι εικόνες αυτού του τραγουδιού, του ελληνικού δημοτικού, είναι εκπληκτικές. Φανταστείτε να βάζει δυο βουνά να μαλώνουν μεταξύ τους! Φανταστείτε έναν αετό να μιλάει με το κομμένο κεφάλι του κλέφτη! Φανταστείτε ένας κλέφτης να λέει να του κόψουν το κεφάλι, για να μην το πάρουν οι Τούρκοι, αλλά και να μην το πουν στην αρραβωνιαστικιά του! Αλλά σας αφήνω τελευταίο και ένα άλλο τραγούδι, το οποίο είναι το κορυφαίο»,  και τους διάβασε – σε μετάφραση στα γερμανικά – το ελληνικό παραδοσιακό μοιρολόι «Ο Χάρος με τους αποθαμένους»:

Γιατ’  είναι μαύρα τα βουνά και στέκουν βουρκωμένα;
Μην άνεμος τα πολεμά; Μήνα βροχή τα δέρνει;
Ούδ΄ άνεμος τα πολεμά κι ούδέ βροχή τα δέρνει.
Μόν’  εδιαβαίνει ο Χάροντας με τους αποθαμένους.
Σέρνει τους νιους από μπροστά, τους γέροντας κατόπι,
τα τρυφερά παιδόπουλα στη σέλλα αραδιασμένα.
Παρακαλούν οι γέροντες, τ’ αγόρια γονατίζουν:
«Κόνεψε, Χάρο, σε χωριό, κόνεψε καν σε βρύση,
να πιουν οι γέροντες νερό κι οι νιοι να λιθαρίσουν
και τα μικρά παιδόπουλα να μάσουνε λουλούδια».
«Όχι, χωριά δεν θέλω εγώ, σε βρύσες δεν κονεύω,
έρχονται οι μάνες για νερό, γνωρίζουν τα παιδιά τους,
γνωρίζονται τ΄ αντρόγυνα και χωρισμό δεν έχουν»…

Ο Γκαίτε εξομολογήθηκε πως τον συνεπήραν αυτές οι εικόνες και κάλεσε ζωγράφους για να τους τις διαβάσει και να τις ζωγραφίσουν!

Το δημοτικό τραγούδι εκφράζεται με ποιητική και μουσική αρτιότητα ανώνυμης διεργασίας, προφορικής λαϊκής παράδοσης και αυτοσχεδιαστικής αρχής.

Το δημοτικό τραγούδι της Επανάστασης του ΄21 σκαρώθηκε στα κλέφτικα λημέρια κι εκεί τραγουδήθηκε και χορεύτηκε.  Το περιεχόμενό του αναφερόταν στον άνδρα –  ήρωα, την γυναίκα, την μάνα – ηρωίδα, το χωριό του πολεμιστή, την φύση, τον αγώνα για τη λευτεριά, τη νίκη αλλά και το θάνατο του ήρωα, του γιου ή του συζύγου. … Έδινε  χαρά, δύναμη και κουράγιο σε όσους το άκουγαν και πολλές φορές τραγουδώντας το πήγαιναν στη μάχη.

Τις πιο πολλές  φορές τα τραγούδια δεν ξεπέρναγαν τα όρια του λημεριού. Τα περισσότερα απ’ αυτά δεν ήταν καν γνωστά στο διπλανό βουνό,  στους γείτονες κλέφτες.  Εκείνοι είχαν τα  δικά τους, είχαν τους  δικούς τους ήρωες να τραγουδήσουν, τους δικούς τους  νεκρούς να κλάψουν και να μοιρολογήσουν, τις δικές τους μάχες να υμνήσουν, τα δικά τους κατορθώματα να θυμηθούν.

Επειδή όμως  στα κλέφτικα λημέρια δεν υπήρχαν γραμματικοί και καλαμαράδες, αλλά πολεμιστές  αγράμματοι,  αγρότες και κτηνοτρόφοι από ορεινά χωριά κυρίως, άνθρωποι του προφορικού λόγου που δε μπορούσαν να συντηρήσουν όλα αυτά τα τραγούδια μόνο στη μνήμη τους, τα περισσότερα από αυτά χάθηκαν.

Κάποια όμως διασώθηκαν, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το αρχικό – πρωτότυπο τραγούδι τις περισσότερες φορές  δεχόταν περικοπές, αλλαγές ή προσθέσεις νέων στίχων από τον εκάστοτε προφορικό του ‘’μεταφορέα’’.

«του Έλληνος ο τράχηλος ζυγόν δεν υπομένει», αλλά και «του Έλληνος το στόμα φίμωτρο δεν ανέχεται»

Το δημοτικό μας τραγούδι ήταν εκείνο που διαφύλαξε σε κάποιες περιπτώσεις  μάχες και ηρωικές πράξεις  Ελλήνων, που η επίσημη ιστορία αποσιώπησε, για διάφορους λόγους. Αλλά δεν αποσιώπησε ο λαός με το δημοτικό του τραγούδι.

Το 1807 γίνεται η μεγάλη επανάσταση του Ολύμπου, με επί κεφαλής τους Λαζαίους, τους 4 αρματολούς του βουνού, τους γιους του Λάζου, τους Λαζαίους ή τα Λαζόπουλα – όπως είναι γνωστοί ο Τόλιας, ο Χρήστος, ο Νίκος και ο Κώστας. Η επανάσταση κατεστάλη. Οι τρεις πρώτοι παρέμειναν στην Ραψάνη και ο Κώστας κρατήθηκε όμηρος του Αλή-πασά στα Ιωάννινα! Το 1812, όταν ανέλαβε το πασαλίκι της Θεσσαλίας ο γιος του Αλή, Βελή-πασάς, κυνήγησε και σκότωσε τους Λαζαίους στην Ραψάνη και απήγαγε τις οικογένειές τους. Άρπαξε, τέλος, για το χαρέμι του την ομορφότερη, την γυναίκα του Κώστα. Κι ο Κώστας, αργότερα, σκοτώθηκε από τον Αλή-πασά. Λίγες είναι οι αναφορές των ιστορικών βιβλίων για τα γεγονότα αυτά.  Μόνο οι στίχοι του δημοτικού τραγουδιού «Των Λαζαίων οι γυναίκες» μας περιγράφουν γλαφυρά τα γεγονότα:

Τρία πουλάκια κάθουνται στον Έλυμπο στην ράχη.
Το ΄να τηράει τα Γιάννινα, τ’ άλλο την Κατερίνα,
το τρίτο το καλύτερο μοιρολογάει και λέει:
«Τι ΄ν’ το κακό που πάθαμε, οι μαύροι οι Λαζαίοι!
Μας χάλασε ο Βελή-πασάς, μάς έκαψε τα σπίτια,
μας πήρε τις γυναίκες μας, μάς πήρε τα παιδιά μας!
Στον Τούρναβο τις πάπαε, πεσκέσι του βεζύρη!
Μπροστά πηγαίνει η Τόλιαινα κι οπίσω οι συννυφάδες,
κι οπίσω-οπίσω η Κώσταινα με το παιδί στο χέρι!
Σαν μήλο, σαν τριαντάφυλλο, σαν νεραντζιά κομμένη!
Βγαίνουν κυράδες, την τηρούν από τα παραθύρια:
«Ποιες είν’ αυτές οπο’ ΄ρχουνται στην Πόρτα, στο σαράι;».
«Κυράδες, τι λογιάζετε, κυράδες, τι τηράτε;
Εμείς είμαστε κλέφτισσες, γυναίκες των Λαζαίων»!
Βελή-πασάς αγνάντευε, στέκει και τις ρωτάει:
«Γυναίκες, πού είν’ οι άντροι σας κι οι καπεταναραίοι;»
«Είναι ψηλά στον Έλυμπο, ψηλά στα κυπαρίσσια».
«Πάρτε τες τρεις, φλακώστε τες, βάλτε τες στο μπουντρούμι,
την Κώσταινα την όμορφη, φέρτε την στο χαρέμι!».


Χατζημιχαήλ Θεόφιλος-Σκηνή μάχης με Έλληνα και Τούρκο

Μέσα από τους στίχους και τους παραδοσιακούς ρυθμούς, τα δημοτικά τραγούδια διαδίδουν την ιστορία της επανάστασης του 1821 από στόμα σε στόμα…

Ο γέρος του Μοριά
Ένα τραγούδι θα σας πω για το Λεβέντη,
τον ασπρομάλλη μας, το Γέρο του Μοριά
και βάλτε, αδέλφια μας, για να στηθεί το γλέντι
τριπολιτσιώτικο κρασί και ψησταριά.
Γεια και χαρά σας, Μοραΐτες αδελφοί
κι εσείς κοπέλες, γεια σας.
Τη Λευτεριά η Ελλάδα μας
χρωστάει στη λεβεντιά σας.
Τα όμορφα χρόνια, τα παλιά, να ξαναζήσουν
και στου Ταΰγετου την πιο ψηλή κορφή,
κει, των προγόνων οι σκιές χορό να στήσουν
και να τους λέει τ’ αγέρι τούτη τη στροφή:
Γεια και χαρά σας, Μοραΐτες αδελφοί,
που η μάνα αν δε σας γέννα
ούτ’ Αγια – Λαύρα θα ‘χαμε
ούτε Εικοσιένα.

του Αθανασίου Διάκου

Τρία πουλάκια κάθουνταν ψηλά στη Χαλκουμάτα.
Το ‘να τηράει τη Λειβαδιά και τ’ άλλο το Ζητούνι,
το τρίτο το καλύτερο μοιρολογάει και λέει:
-Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα.
Μην’ ο Καλύβας έρχεται, μην’ ο Λεβεντογιάννης;
-Νουδ’ ο Καλύβας έρχεται νουδ’ ο Λεβεντογιάννης.
Ομέρ Βρυώνης πλάκωσε με δεκαοχτώ χιλιάδες.

Ο Διάκος σαν τ’ αγροίκησε πολύ του κακοφάνη.
Ψηλή φωνή εσήκωσε, τον πρώτο του φωνάζει.
«Τον ταϊφά μου σύναξε, μάσε τα παλληκάρια,
δώσ’ τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις χούφτες,
γλήγορα για να πιάσουμε κάτω στην Αλαμάνα,
που ‘ναι ταμπούρια δυνατά κι όμορφα μετερίζια».

Παίρνουνε τ’ αλαφριά σπαθιά και τα βαριά τουφέκια,
στην Αλαμάνα φτάνουνε και πιάνουν τα ταμπούρια.
«Καρδιά, παιδιά μου» φώναξε, «παιδιά μη φοβηθείτε,
σταθείτε αντρειά σαν Έλληνες και σα Γραικοί σταθείτε».

Ψιλή βροχούλαν έπιασε κι ένα κομμάτι αντάρα,
τρία γιουρούσιαν έκαμαν, τα τρία αράδα αράδα.
Eμεινε ο Διάκος στη φωτιά με δεκαοχτώ λεβέντες.
Τρεις ώρες επολέμαε με δεκαοχτώ χιλιάδες.
Βουλώσαν τα κουμπούρια του κι ανάψαν τα τουφέκια,
κι ο Διάκος εξεσπάθωσε και στη φωτιά χουμάει.
Ξήντα ταμπούρια χάλασε κι εφτά μπουλουκμπασήδες,
και το σπαθί του κόπηκε ανάμεσα απ’ τη χούφτα
και ζωντανό τον έπιασαν και στον πασά τον πάνουν.
Χίλιοι τον παν από μπροστά και χίλιοι από κατόπι.

Κι ο Ομέρ Βρυώνης μυστικά στο δρόμο τον ερώτα:
«Γίνεσαι Τούρκος Διάκο μου, την πίστη σου ν’ αλλάξεις,
να προσκυνήσεις στο τζαμί, την εκκλησιά ν’ αφήσεις;»
Κι εκείνος τ’ αποκρίθηκε και στρίφτει το μουστάκι:
«Πάτε κι εσείς κι η πίστη σας, μουρτάτες να χαθείτε!
Εγώ Γραικός γεννήθηκα Γραικός θε ν’ αποθάνω.
Α, θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες
μόνον εφτά μερών ζωή θέλω να μου χαρίστε,
όσο να φτάσει ο Οδυσσεύς και ο Θανάσης Βόγιας»
Σαν τ’ άκουσε ο Χαλίλμπεης, αφρίζει και φωνάζει:
«Χίλια πουγκιά σας δίνω γω κι ακόμα πεντακόσια,
το Διάκο να χαλάσετε, το φοβερό τον κλέφτη,
γιατί θα σβήσει τη Τουρκιά κι όλο μας το ντοβλέτι».

Το Διάκο τότε παίρνουνε και στο σουβλί τον βάζουν.
Ολόρτο τον εστήσανε κι αυτός χαμογελούσε,
την πίστη τους τούς ύβριζε, τους έλεγε μουρτάτες:
«Σκυλιά, κι α’ με σουβλίσετε ένας Γραικός εχάθη.
Ας είναι ο Οδυσσεύς καλά και ο καπετάν Νικήτας,
που θα σας σβήσουν την Τουρκιά κι όλο σας το ντοβλέτι.

Τα Σαράντα Παλληκάρια

Σαράντα παλικάρια
από τη Λει-. από τη Λειβαδιά.
Πάνε για να πατήσουνε
την Τροπο-, μωρ’ την Τροπολιτσά

Στο δρόμο που πηγαίνανε γέροντα,
μωρ’ γέροντ’ απαντούν.
Ώρα καλή σου γέρο
καλώς τα τα, καλώς τα τα παιδιά.

Πού πάτε παλικάρια
πού πάτε βρε, πού πάτε βρε παιδιά.
Πάμε για να πατήσουμε
την Τροπο-, μωρ’ την Τροπολιτσά

Ο χορός του θανάτου

“Έχε γεια καημένε κόσμε,
έχε γεια γλυκιά ζωή
και συ δύστυχη πατρίδα,
έχε γεια παντοτινή.

Στη στεριά δε ζει το ψάρι,
ουδ’ ανθός στην αμμουδιά
και οι Σουλιώτισσες δεν ζούνε
δίχως την ελευθεριά”.

Παιδιά της Σαμαρίνας

Παιδιά της Σαμαρίνας, μωρέ παιδιά καημένα.
Παιδιά της Σαμαρίνας κι ας είστε λερωμένα.
Αν πάτε, πά – μωρ’ πάνω στα βουνά,
ψηλά στη Σαμαρίνα μωρέ παιδιά καημένα.
ψηλά στη Σαμαρίνα κι ας είστε λερωμένα.
Τουφέκια να μωρ’ να μη ρίξετε.
Τραγούδια να μην πείτε μωρέ παιδιά καημένα.
Τραγούδια να μην πείτε κι ας είστε λερωμένα.
Κι αν σας ρωτήσει μωρέ η μάνα μου,
η δόλια η αδερφή μωρέ παιδιά καημένα.
η δόλια η αδερφή μου κι ας είστε λερωμένα.
Μην πείτε, πεί – μωρ’ πως εχάθηκα.
Πως είμαι σκοτωμένος μωρέ παιδιά καημένα.
Πως είμαι σκοτωμένος κι ας είστε λερωμένα.