Μαρτυρία γνωστού Βρετανού ιστορικού για την Τραπεζούντα

Ορθοδοξία

Μια άλλη Αγία Σοφία υπέφερε πρώτη…!

Γράφει ο Ρίτσαρντ Κλογκ*

Το καλοκαίρι του 1960 πέρασα τις θερινές μου διακοπές στην Τραπεζούντα, βοηθώντας στην αποκατάσταση τοιχογραφιών στον ναό της Αγίας Σοφίας, έναν από τα ωραιότερα μνημεία της εκκλησιαστικής βυζαντινής αρχιτεκτονικής και τοιχογραφίας του 13ου αιώνα που διασώζονται έως σήμερα.

Την εποχή εκείνη ήμουν προπτυχιακός φοιτητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου στη Σκωτία. Ως ειδικό θέμα σπουδών είχα επιλέξει ένα μάθημα πάνω στην Ιστορία της Βυζαντινής Τέχνης, που παρέδιδε ο καθηγητής Ντέιβιντ Τάλμποτ Ράις. Αποφοιτώντας από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, είχε κάνει το διδακτορικό του υπό τον Γκαμπριέλ Μιγέ του Κολεγίου της Γαλλίας, ο οποίος ήταν ένας από τους πρωτοπόρους στη μελέτη της βυζαντινής τέχνης στη Γαλλία, όπως ο Τάλμποτ Ράις έγινε ένας από τους πρωτοπόρους στο ίδιο πεδίο στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα έναν τόμο που συνέγραψε μαζί με τον Μιγέ, «Βυζαντινή ζωγραφική στην Τραπεζούντα», ο οποίος εκδόθηκε το 1936. Το 1929, ο Τάλμποτ Ράις, με τη ρωσικής καταγωγής σύζυγό του Ταμάρα, είχε εξερευνήσει την ενδοχώρα της Τραπεζούντας. Επισκέφθηκαν χωριά που είχαν εγκαταλείψει Eλληνες του Πόντου λόγω της ανταλλαγής πληθυσμών έπειτα από τη συμφωνία Ελλάδας – Τουρκίας το 1923. Σε ένα από αυτά τα χωριά, βρήκαν ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι με το τραπέζι στρωμένο και έτοιμο για γεύμα από τους πρώην ιδιοκτήτες του.

Τη δεκαετία του ’50, ο Τάλμποτ Ράις, καθώς ενδιαφερόταν από παλιά για τη βυζαντινή Τραπεζούντα, κατάφερε να εξασφαλίσει άδεια από τις αρχαιολογικές υπηρεσίες της Τουρκίας προκειμένου να αποκαταστήσει τις τοιχογραφίες στην Αγία Σοφία. Αυτές είχαν καλυφθεί με μια στρώση γύψο και ασβέστη όταν η εκκλησία μετατράπηκε σε τζαμί το 1573, πάνω από εκατό χρόνια μετά την κατάκτηση της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας το 1461 από τους Οθωμανούς, το τελευταίο τμήμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας που έπεσε στους Τούρκους.

Ο Τάλμποτ Ράις επέβλεψε το όλο πρότζεκτ το οποίο χρηματοδότησε το Ιδρυμα Ράσελ, σκωτσέζικο φιλανθρωπικό ίδρυμα. Την πρακτική εργασία της συντήρησης ανέλαβε ο Ντέιβιντ Ουίνφιλντ, απόφοιτος της Οξφόρδης, ο οποίος είχε εκπαιδευτεί στην τέχνη της συντήρησης τοιχογραφιών στη Μονή Σοποτσάνι στη Σερβία, άλλο μεγάλο μνημείο της τέχνης και της αρχιτεκτονικής του 13ου αιώνα. Ελάχιστοι Βρετανοί μελετητές βοήθησαν στο πρότζεκτ της Αγίας Σοφίας, ενώ οι Τούρκοι εργάτες που προσλήφθηκαν στο έργο είχαν βοήθεια από μια χούφτα φοιτητές, ένας εκ των οποίων ήμουν και εγώ. Το έργο κράτησε από το 1957 έως το 1962. Το 1968, ένας ωραίος τόμος στον οποίο καταγράφηκε η αποκατάσταση, «Ο Ναός της Αγίας Σοφίας της Τραπεζούντας», κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου.

Σε αυτή τη φάση, ο καθαρισμός και η συντήρηση των τοιχογραφιών συντελέστηκε όταν ακόμα ο ναός ήταν τζαμί. Ο χότζας του στήριξε το έργο του Ιδρύματος Ράσελ, όμως ο μουφτής της Τραπεζούντας διαμαρτυρήθηκε ισχυριζόμενος ότι από τη στιγμή που ένα κτίριο χρησιμοποιούνταν ως τέμενος δεν ήταν δυνατόν να έχει χρήση για κάποιον άλλο σκοπό. Ωστόσο, μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα της 27ης Μαΐου του 1960, απομακρύνθηκε από το αξίωμά του.

Ηταν συναρπαστικό να βλέπεις ένα μικρό τμήμα τοιχογραφίας να αποκαλύπτεται έπειτα από κοπιώδη εργασία με οδοντική σφήνα, κάτι που ανθρώπινο μάτι δεν είχε ξαναδεί τα προηγούμενα τετρακόσια χρόνια. Απόλαυσα τον χρόνο που πέρασα στην Τραπεζούντα και, κυρίως, τις εκδρομές που κάναμε με Λαντ Ρόβερ τα Σαββατοκύριακα στην υπέροχη ενδοχώρα της Τραπεζούντας, όπου μερικά από τα πιο ψηλά βουνά που ήταν ορατά από τη θάλασσα ορθώνονταν πίσω από την πόλη.

Μία από αυτές τις εκδρομές ήταν πικνίκ στο κατεστραμμένο μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά, έτσι όπως ήταν κολλημένο στην πλαγιά του βουνού, κάπου τριακόσια μέτρα πάνω από τον ποταμό της Παρθένου. Η μικρή μας παρέα ήταν η μοναδική που επισκεπτόταν το μοναστήρι εκείνη την ημέρα, σε έντονη αντίθεση με τους χιλιάδες Τούρκους επισκέπτες που ξεκίνησαν να το επισκέπτονται τα πρόσφατα χρόνια.

Στους περιπάτους μου στα πέριξ της πόλης, με εντυπωσίασε μια σειρά κτιρίων στην όχι και τόσο ελκυστική πόλη της Τραπεζούντας, τα οποία προέρχονταν από τα χρόνια όπου ήκμαζαν μεγάλες ελληνικές και αρμενικές κοινότητες. Πριν από την επίσκεψή μου στην πόλη, είχα σκεφτεί να γίνω βυζαντινός αρχαιολόγος, αλλά τις εβδομάδες που πέρασα στην Τραπεζούντα γεννήθηκε μέσα μου ένα ενδιαφέρον για την ιστορία της καθ’ ημάς Ανατολής, για τη μεγάλη ελληνική παρουσία στην Εγγύς Ανατολή, η οποία κράτησε έως τις αρχές της δεκαετίας του 20, και η οποία, όπως στην περίπτωση της Τραπεζούντας, έληξε απότομα μόλις τριάντα επτά χρόνια πριν από το 1960.

Μονή Σουμελά

Σε κατοπινή μου επίσκεψη στην Τραπεζούντα το καλοκαίρι του 2010, εννοείται ότι επισκέφθηκα ξανά την Αγία Σοφία και χάρηκα όταν είδα ότι οι τοιχογραφίες τύχαιναν καλής φροντίδας. Επίσης, επισκέφθηκα τη Μονή Σουμελά η οποία είχε πλέον μετατραπεί σε μεγάλη τουριστική ατραξιόν. Ηταν κάπως παράδοξο ότι τρία χρόνια προτού ο ναός μετατραπεί ξανά σε τζαμί, το 2013, δόθηκε άδεια για να εορταστεί στις 15 Αυγούστου η Κοίμηση της Θεοτόκου από τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο, σε ό,τι είχε απομείνει από τη Μονή Σουμελά.

Αυτή ήταν η πρώτη φορά που χριστιανική λειτουργία πραγματοποιούνταν στο μοναστήρι από τότε που εγκαταλείφθηκε σχεδόν ενενήντα χρόνια πριν, κατά την εποχή της ανταλλαγής πληθυσμών. Αυτό συνέβη παρουσία πολλών Ελλήνων του Πόντου από την Ελλάδα και τη Ρωσία, που είχαν φύγει τον 19ο και τον 20ό αιώνα, στο πλαίσιο των πολέμων ανάμεσα στη Ρωσική και την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Δυστυχώς, η επίσκεψή μου, και της συζύγου μου, στην Τραπεζούντα πραγματοποιήθηκε μερικές εβδομάδες πριν από τη 15η Αυγούστου, και έτσι δεν καταφέραμε να παραστούμε σε μια προφανώς ιδιαιτέρως συγκινητική περίσταση. Ωστόσο, είχαμε την καλή τύχη να συναντήσουμε τυχαία δύο Ελληνες Πόντιους από την Ελλάδα και έναν από τις Ηνωμένες Πολιτείες, και όλοι μαζί κάναμε μια εκδρομή στα βοσκοτόπια πίσω από την πόλη. Ο οδηγός και οικοδεσπότης μας ήταν ντόπιος Τούρκος που μιλούσε εξαιρετικά ελληνικά ποντιακά, από τους ελάχιστους Τούρκους στην πόλη που γνώριζαν ακόμα τη διάλεκτο αυτή.

Η κοπιαστική αποκατάσταση των τοιχογραφιών ολοκληρώθηκε το 1962, όταν ο ναός μετατράπηκε σε μουσείο, και ένα νέο τζαμί ανεγέρθηκε για τους πιστούς στη γειτονιά της Αγίας Σοφίας. Στα χρόνια που ακολούθησαν υπήρξαν κατ’ επανάληψη εκκλήσεις για τη μετατροπή του μουσείου σε μουσουλμανικό τέμενος. Τη δεκαετία του ’90, ο Νεκμετίν Ερμπακάν, αρχηγός του δεξιού Κόμματος Πρόνοιας και πρωθυπουργός της Τουρκίας το 1995-97, ήταν από αυτούς που καλούσαν σε μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε θρησκευτικό χώρο.

Το 2012, η Αγία Σοφία της Νίκαιας, όπου η έβδομη και τελευταία Οικουμενική Σύνοδος πραγματοποιήθηκε το 787 μ.Χ., η οποία ήταν μουσείο, μετατράπηκε σε τζαμί. Aρχισαν τότε να εντείνονται οι πιέσεις ώστε η Αγία Σοφία στην Τραπεζούντα να έχει την ίδια μοίρα.

Το 2012, ξεκίνησε νομική διαδικασία από τη Γενική Διεύθυνση Ιερών Μνημείων (Vakιflar Müdürlügu), σύμφωνα με την οποία η Αγία Σοφία παρανόμως υπαγόταν στο υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο ναός να μετατραπεί σε τέμενος το 2013. Οι τοιχογραφίες καλύφθηκαν με ψευδοροφή, ενώ το μαρμάρινο δάπεδο, τμήματα του οποίου προέρχονταν από τη βυζαντινή περίοδο, καλύφθηκε με χαλί.

Προφανώς, κάποιο είδος ηλεκτρονικής συσκευής καλύπτει τώρα τα έργα κατά τη διάρκεια της μουσουλμανικής προσευχής. Μεταξύ αυτών που αντιτίθενται στη μετατροπή του ναού σε χώρο προσευχής ήταν οι ιδιοκτήτες των καφέ και των καταστημάτων με τουριστικά είδη κοντά στην εκκλησία, καθώς είναι ένα από τα ελάχιστα σημεία στην πόλη που μπορεί να πει κάποιος ότι προσελκύει τουρίστες.

Πώς όλοι θα στερηθούμε τη μελέτη ενός εκπληκτικού πολιτισμού

Σταδιακά, άρχισε να γίνεται ολοένα και πιο σαφές ότι αυτό που είχε συμβεί στις πρώην βυζαντινές εκκλησίες της Νίκαιας και της Τραπεζούντας θα επαναλαμβανόταν στην Αγία Σοφία της Κωνσταντινουπόλεως. Στις 29 Μαΐου του 2016, στην 563η επέτειο της κατάκτησης της πόλης από τον Μωάμεθ Β΄, ένα μεγάλο πλήθος συγκεντρώθηκε για την πρωινή προσευχή έξω από τον ναό.

Τον περασμένο Ιούλιο, στην τέταρτη επέτειο του ανεπιτυχούς πραξικοπήματος εναντίον του προέδρου Ερντογάν το 2016, ανακοινώθηκε ότι το μεγάλο αριστούργημα του αυτοκράτορα Ιουστινιανού, η Αγία Σοφία, θα μετατρεπόταν σε τέμενος, σχεδόν ενενήντα χρόνια αφότου έγινε μουσείο το 1934 από τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ. Εκτοτε ήταν ένας από τους πλέον ελκυστικούς τουριστικούς προορισμούς σε ολόκληρη την Τουρκία.

Ο Ρίτσαρντ Κλογκ (πρώτος από αριστερά) το καλοκαίρι του 1960, μαζί με άλλους συντηρητές, έξω από την Αγία Σοφία της Τραπεζούντας.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, και άλλοι θρησκευτικοί ηγέτες, μεταξύ αυτών, ο Ρώσος Πατριάρχης Κύριλλος, συμπεριλαμβανομένου και του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών, μαζί με ελληνικές και ξένες κυβερνήσεις, διαμαρτυρήθηκαν κατά της κίνησης αυτής, ενώ ο Πάπας Φραγκίσκος ανακοίνωσε ότι η απόφαση αυτή ήταν για τον ίδιο οδυνηρή. Μάταια όμως.

Λίγο καιρό αφότου ανακοινώθηκε η απόφαση αυτή, ο πρόεδρος Ερντογάν υπέγραψε προεδρικό διάταγμα σύμφωνα με το οποίο και η Μονή Χώρας θα μετατρεπόταν σε τέμενος. Είχε μετατραπεί σε τέμενος, γνωστό ως Καρίγι Καμίι, μετά την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως. Eγινε μουσείο το 1945 και λίγο αργότερα ο γύψος που κάλυπτε τα μωσαϊκά και τις τοιχογραφίες του 14ου αιώνα, απομακρύνθηκε, διαδικασία που επέβλεψαν Αμερικανοί αρχαιολόγοι.

Εκεί τότε αποκαλύφθηκαν μερικά από τα σπουδαιότερα αριστουργήματα της βυζαντινής τέχνης. Καθώς τα μωσαϊκά και οι τοιχογραφίες καλύπτουν το μεγαλύτερο τμήμα του εσωτερικού της εκκλησίας, είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό πώς μπορούν όλα αυτά να καλυφθούν ικανοποιητικά κατά τη διάρκεια της μουσουλμανικής προσευχής.

Hταν ατυχής σύμπτωση το γεγονός πως η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τέμενος συνέβη λίγες μόλις ημέρες πριν από το 24ο Διεθνές Συνέδριο Βυζαντινών Σπουδών, το οποίο ήταν να πραγματοποιηθεί στην Κωνσταντινούπολη από τις 23 έως τις 28 Αυγούστου. Αυτή θα ήταν μόλις η δεύτερη φορά που η πλέον σημαντική συγκέντρωση βυζαντινιστών απ’ όλο τον κόσμο θα λάμβανε χώρα στην πόλη που για χίλια χρόνια αποτέλεσε την πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Σε ανακοίνωσή τους τον Ιούλιο, οι διοργανωτές, ο Διεθνής Οργανισμός Βυζαντινών Σπουδών, δήλωσαν ότι το συνέδριο αναβλήθηκε για το 2022 και ότι δεν θα πραγματοποιούνταν πλέον στην Κωνσταντινούπολη. Δήλωσαν επίσης ότι η απόφαση αυτή εν μέρει ελήφθη και λόγω των μέτρων για τον κορωνοϊό «μαζί με άλλους προβληματισμούς που σχετίζονται με θέματα διαχείρισης της πολιτισμικής κληρονομιάς», αναφορά στη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε χώρο προσευχής.

Hταν διπλά ατυχές ότι το 24ο Βυζαντινό Συνέδριο έπρεπε να αναβληθεί διότι το μόνο άλλο μεγάλο συνέδριο βυζαντινών σπουδών που έλαβε χώρα στην Κωνσταντινούπολη, το 10ο Διεθνές Συνέδριο, είχε πραγματοποιηθεί μεταξύ 15 και 21 Σεπτεμβρίου του 1955, κάτι παραπάνω από μία εβδομάδα μετά τα δραματικά Σεπτεμβριανά ή, αλλιώς, τα γεγονότα που είναι γνωστά στην Τουρκία ως Alti-Yedi Eylül olaylarι, οι αποτρόπαιες ανθελληνικές ταραχές που έλαβαν χώρα στις 6 και 7 Σεπτεμβρίου του 1955. Αυτές είχαν ως αποτέλεσμα την καταστροφή περισσοτέρων από 4.000 καταστήματα, 100 ξενοδοχεία και εστιατόρια, ενώ 70 εκκλησίες υπέστησαν ζημιές ή καταστράφηκαν ολοσχερώς. Εκείνο το πογκρόμ ήταν η αρχή του τέλους της κάποτε μεγάλης ελληνικής κοινότητας στην Κωνσταντινούπολη.

Η ακύρωση του 24ου Συνεδρίου πρέπει να ήταν μεγάλο χτύπημα στους Τούρκους μελετητές που ενδιαφέρονταν για το Βυζάντιο, την ιστορία του, την τέχνη και την αρχαιολογία του. Το Ερευνητικό Κέντρο Πολιτισμών της Ανατολίας του Πανεπιστημίου Κοτς στην Κωνσταντινούπολη και το Ινστιτούτο Τέχνης Κούρτολντ του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, εξέδωσαν το 2016 έναν ωραίο τόμο, σε επιμέλεια του Αντονι Ιστμοντ, με τον τίτλο «Η Aλλη Αυτοκρατορία του Βυζαντίου: Τραπεζούντα».

Το 2015, το Πανεπιστήμιο Bogazici (πρώην Ροβέρτειος Σχολή) έγινε το πρώτο ανώτατο κρατικό εκπαιδευτικό ίδρυμα με ερευνητικό κέντρο βυζαντινών σπουδών. Η διαδοχική μετατροπή σε χώρους προσευχής μερικών από τα σπουδαιότερα δείγματα της τέχνης και της αρχιτεκτονικής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στη Δημοκρατία της Τουρκίας θα καταστήσει σταδιακά όλο και πιο δύσκολο για όσους Τούρκους, αλλά και ξένους, επιθυμούν να εμβαθύνουν σε αυτόν τον εκπληκτικό πολιτισμό.

*Ο κ. Ρίτσαρντ Κλογκ είναι Ιστορικός. Αναγνωρίζεται διεθνώς ως αυθεντία στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Το τελευταίο βιβλίο του κ. Ρίτσαρντ Κλογκ, «Ο επίμονος ιστορικός», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος.

Πηγή: Kathimerini.gr